GraecoBulgarica LitLab:
Tribute to Elin Pelin
GraecoBulgarica LitLab:
Tribute to Elin Pelin
Τρεις μεταφράσεις, τρεις εποχές: Η νουβέλα «Οι Γερακάρηδες» (Γέρακες) στα ελληνικά
Три превода, три епохи: Повестта „Гераците“ на гръцки език
Three Translations, Three Eras: Elin Pelin's "The Gerak Family" in Greek
~ ~ ~
ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ:
Γερακάρηδες, μτφ. Κ. Σιαπέρας, 1977
Γερακάρηδες,
μτφ. Κ. Σιαπέρας, 1977
Ι
Ὁ πλουσιότερος στὸ χωριὸ ἦταν ὁ γερο-Γιορντὰν Γκεράκας. Εὐκίνητος καὶ ἐργατικός, ὅπως ἦταν, δούλεψε ὅλη τὴ ζωὴ του καὶ κατάφερε νὰ διπλασιάσει καὶ τριπλασιάσει τὰ κτήματα ποὺ τοῦ ἄφησε ὁ πατέρας του. Προικισμένος μὲ πρακτικὸ μυαλὸ καὶ μὲ ἐμπορικὲς ἱκανότητες, κατάφερε νὰ κάνει καὶ λεφτὰ καὶ νὰ ἀναδειχτεῖ ἀνάμεσα στοὺς χωριανούς του πρῶτος καὶ καλύτερος. Ὁ γερο-Γιορντὰν εἶναι καλὴ καρδιά. Ἂς ἦταν καὶ λίγο τσιγκούνης, στοὺς λογαριασμούς του δὲν ἦταν αὐστηρός, βοηθοῦσε τὸν κόσμο καὶ φρόντιζε γιὰ τὶς δουλειὲς τοῦ χωριοῦ. Γιαυτὸ τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τὸν σέβονταν ὅλοι.
Τὸ μεγάλο καὶ κάτασπρο σπίτι του, ὅπου κατοικοῦσε ἡ πολυμελὴς οἰκογένειά του, βρισκόταν στὸ καλύτερο μέρος, στὸ κέντρο τοῦ χωριοῦ, φαινόταν ἀπὸ μακριὰ καὶ ἀπὸ μακριὰ ἔδειχνε πὼς ἦταν πλουσιόσπιτο. Στὸ κέντρο τῆς ἁπλόχωρης αὐλῆς, ὅπου μποροῦσε νὰ χωρέσει μαχαλὰς ὁλόκληρος, καὶ ποὺ ἕνα γύρω ἦταν περιφραγμένη σὰν κάστρο, μὲ κάτασπρους τοίχους, ὀρθωνόταν ψηλὸ καὶ ὁλόισιο σὰν τὸ βέλος, ἕνα μοναχικὸ καὶ φουντωτὸ πεῦκο, τὸ μοναδικὸ πεῦκο, σὲ ὁλόκληρη τὴν περιφέρεια. Τὸ εἶχαν φέρει μικρὸ πευκάκι ἀπὸ τὰ ἅγια δάση τοῦ βουνοῦ Ρίλα καὶ τὸ φύτεψαν ἐδῶ ἀπὸ πολὺ παλιὰ χρόνια οἱ προπάπποι τῶν Γκεράκηδων. Αὐτὸ τὸ πεῦκο ἦταν ἡ οἰκογενειακή τους σημαία καὶ τὸ εἶχαν περηφάνια. Κάτω ἀπὸ τὸν ἅγιο ἴσκιο του μεγάλωσαν κάμποσες γενιές. Ἐκεῖ ἀπὸ κάτω ἔζησαν τὶς τελευταῖες μέρες τους πολλοὶ γέροι ἀπὸ τὸ σόι τους.
Ὁ γερο-Γιορντὰν εἶχε τρεῖς γιούς, ποὺ γεννήθηκαν ὁ ἕνας ὕστερα ἀπ’ τὸν ἄλλο. Ὁ μεγαλύτερος ἦταν ὁ Μποζιάν, ὕστερα ἐρχόταν ὁ Πέταρ κι ὕστερα ὁ πιὸ μικρός, ὁ Πάβελ. Κι οἱ τρεῖς τους ἦταν παντρεμένοι, εἶχαν παιδιά, καὶ ὅλοι ἔμεναν σ’ ἕνα σπίτι μὲ τοὺς γέρους. Τὸ σπίτι ἦταν μεγάλο, ὄμορφο καὶ εἶχε μέρος γιὰ ἄλλους τόσους ἀκόμα.
Οἱ γιοὶ καὶ οἱ νύφες τοῦ Γκεράκα, κάτω ἀπὸ τὴ δική του γενικὴ ἐποπτεία φρόντιζαν γιὰ τὸ σπίτι καὶ γιὰ τὶς γεωργικὲς δουλειὲς καὶ εἶχαν βοηθοὺς δυὸ νέους ὑποταχτικοὺς καὶ τὸ γερο-Ματέι Μαργκαλάκα, μιὰ μοναχικὴ ψυχούλα στὸν κόσμο, ποὺ τὴν περιμάζεψε ἀπὸ οἶκτο ὁ γερο-Γιορντάν. Ὁ ἴδιος ὁ γερο-Γιορντὰν εἶχε τὴν ταβέρνα, ἕνα παλιό, χαμηλοτάβανο καὶ μακρόστενο χτίριο, δίπλα στὸ δρόμο, ποὺ στεκόταν ἐκεῖ σὰν κεφαλὴ καὶ πέτρα τοῦ μεγάλου χτισμένου δαχτυλιδιοῦ, ποὺ περιέφραζε τὴν αὐλή.
Ὁ γερο-Γιορντὰν κρατοῦσε τοὺς γιούς του μακριὰ ἀπὸ τὴ δουλειὰ τῆς ταβέρνας καὶ ἤξερε καὶ κρατοῦσε μόνος του τοὺς λογαριασμούς. Οἱ γιοί του εἶχαν συνηθίσει ἔτσι, καὶ ὅταν τύχαινε νὰ ἀντικαταστήσουν τὸν πατέρα τους ἢ βρίσκονταν ἐκεῖ γιὰ κάποια ἄλλη δουλειά, δὲν εἶχαν τὸ αἴσθημα τοῦ νοικοκύρη, ἀλλὰ τοῦ ὑπηρέτη. Ὅμως, στὸν κάμπο, στὰ χωράφια καὶ στὰ λιβάδια ἦταν βασιλιάδες, ἰδιαίτερα ὁ μεγαλύτερος, ὁ Μποζιάν. Οἱ χωραφοδουλειὲς ἦταν τὸ στοιχεῖο του. Ὅλες οἱ φροντίδες καὶ οἱ σκέψεις του ἦταν γιὰ τὰ χωράφια. Τὸ πρόσωπό του εἶχε τὸ ἡλιοκαμένο χρῶμα τοῦ σταριοῦ καὶ ἡ ψυχή του κοιτοῦσε τὸν οὐρανό, τὰ σύννεφα καὶ τὸν ἥλιο, μὲ τὶς ἐλπίδες καὶ τὶς ἀνησυχίες τῆς εὔφορης γῆς.
Ὅταν ἄρχιζε ὁ θερισμός, στὸ σπίτι τῶν Γκεράκηδων ἀρχινοῦσε ἐντατικὴ δουλειά. Τὸ πρωί, πρὶν ἀκόμα ξημερώσει, στὴν αὐλὴ ἀντηχοῦσε ἡ ζωηρὴ φωνὴ τοῦ γερο-Γιορντάν, ποὺ πήγαινε στὸ σταῦλο καὶ στὸ χαγιάτι, ὅπου κοιμόνταν οἱ ὑποταχτικοὶ καὶ φώναζε μεγαλόφωνα:
— Ἄιντε, παιδιά, σηκωθεῖτε! Ἄιντε, νὰ πᾶτε στὴ δουλειά!
Γύρω του κουνοῦσε χαρούμενος τὴν οὐρά του ἕνας μεγαλόσωμος κιτρινωπὸς σκύλος καὶ πηδοῦσε χαϊδευτικὰ στὰ μηριά του. Οἱ κάτασπρες χῆνες ποὺ ἦταν κουρνιασμένες στὴν αὐλή, ἔτρεχαν νὰ φύγουν φοβισμένες χαχανίζοντας. Ἀπὸ τὶς ἀστρέχες τῆς ἀχερώνας πετοῦσαν σὰν τὸ σύννεφο τὰ περιστέρια καὶ πήγαιναν πρὸς τὶς καλαμιὲς στὸν κάμπο. Πάνω στὰ κλωνάρια τοῦ πεύκου μάλωναν τιτιβίζοντας τὰ σπουργιτάκια. Οἱ ἐργάτες —γυναῖκες, ἄντρες καὶ παιδιὰ— πηγαινοέρχονταν πάνω κάτω, ἑτοιμάζονταν καὶ ξεκινοῦσαν ὅλοι μαζὶ γιὰ τὸν κάμπο. Ὁ γερο-Γιορντὰν τοὺς ξαπόστελνε ὣς τὴν αὐλόπορτα καὶ σὰν ἔβλεπε καθαρὴ τὴν ἀνατολή, κατάλευκη καὶ καλὴ αὐγή, μονολογοῦσε μὲ θαυμασμό:
— Ἔ, καὶ τί καιρὸ θὰ κάνει σήμερα! Πάλι θὰ λουστεῖ στὸν ἱδρω ἡ μάνα γῆς.
Ὕστερα ἄνοιγε γιὰ λίγο τὴν ταβέρνα, ράντιζε καὶ σκούπιζε μόνος του τὸ πάτωμα, ἔφτιαχνε ἕνα καφὲ καὶ καθόταν νὰ τὸν πιεῖ μπροστὰ στὴν πόρτα, στὸν καθαρὸ ἀέρα. Στὸ δρόμο περνοῦσαν χωριανοὶ καὶ χωριανὲς καὶ τὸν χαιρετοῦσαν μὲ σεβασμό. Ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε σὲ ὅλους ἀδερφικὰ καὶ σὲ ὅλους εὐχόταν καλὴ δουλειὰ καὶ καλὰ μπερεκέτια. Κοντεύοντας τὸ μεσημέρι καβαλίκευε τὸ ἀλογάκι του καὶ λυσσομανοῦσε πάλι μέσ’ στὸν κάμπο, ὅπως ἔλεγαν οἱ χωριανοί. Πήγαινε νὰ δεῖ τὶ κάνουν οἱ ἐργάτες.
Ὁ μοναδικὸς καὶ κυριότερος βοηθὸς στὴν ταβέρνα τοῦ Γκεράκατ ἦταν ἡ γυναίκα του, ἡ γιαγιὰ-Μάργκα. Ἐκείνη ἦταν μιὰ μεγαλόσωμη, σβέλτικη γυναίκα, καλὰ διατηρημένη, γερὴ κι εὐκίνητη, μὲ εὔθυμη καρδιὰ καὶ ἐμπορικὴ ψυχή. Ὁ γερο-Γιορντὰν ἦταν τὸ κεφάλι καὶ ἡ γιαγιὰ-Μάργκα ἡ ψυχὴ τῆς ταβέρνας. Ἐκείνη φρόντιζε γιὰ ὅλα ἐκεῖ μέσα, σὰ νοικοκυρά. Καθάριζε καὶ ἔπλενε ποτήρια καὶ φλιτζάνια, ταχτοποιοῦσε τὰ δυὸ δωμάτια, ποὺ τὰ εἶχαν σὰν ξενοδοχεῖο γιὰ τοὺς διαβάτες, διατηροῦσε τὴ φωτιὰ στὴν παραστιά, ἀέριζε τὸ ὑπόγειο, ἔπλενε μὲ ζεστὸ νερὸ τὰ βαρέλια ἀπ’ τὸ κρασὶ καὶ τὸ τσίπουρο καὶ ἐξυπηρετοῦσε τοὺς χωριανοὺς σὰ νὰ ἤτανε παιδί.
Σαράντα ὁλόκληρα χρόνια, ἀπὸ νιὰ γυναίκα, ὥσπου ἔγινε γριά, ἦταν στὴν ταβέρνα ἀνάμεσα σὲ ἄντρες, χαμογελαστή, γεμάτη ζωή, πότε μὲ τὴ ρόκα καὶ τ’ ἀδράχτι, πότε μὲ μικρὸ παιδὶ στὰ χέρια, καὶ ποτὲ δὲν ἀκούστηκε γι’ αὐτὴν λόγος κακός. Μέσα στὴν ταβέρνα δὲν ἄφηνε νὰ στήνουν καβγάδες καὶ νὰ λένε ἄσχημα λόγια. Τοὺς μεθύστακες τοὺς ἔβγαζε ἔξω. Ὅλοι τὴ σέβονταν καὶ οἱ χωριανοὶ δὲν τολμοῦσαν νὰ ξεστομίσουν μπροστά της τὶς τόσο πολλὲς καὶ ἀγαπημένες τους βρισιές.
Ὁ Γκερὰκ ἐκτιμοῦσε πολὺ τὶς ἱκανότητές της, τῆς ἐμπιστευόταν τὰ πάντα, στηριζόταν στὸ μυαλὸ καὶ στὶς φροντίδες της καὶ ἦταν περήφανος γι’ αὐτήν. Εἶχαν ζήσει οἱ δυό τους μὲ ἀγάπη κι ἐμπιστοσύνη, βοηθοῦσε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ ἤθελαν ν’ ἀφήσουν στὰ παιδιά τους ἕνα καλὸ ὄνομα καὶ μιὰ καλὴ κληρονομιά.
Ἡ γιαγιὰ-Μάργκα ἦταν καὶ στὸ σπίτι ἀπόλυτη ἀφέντισσα. Ἀγαποῦσε τὶς νύφες καὶ τὰ ἐγγονάκια της, μὰ ἦταν αὐστηρὴ μὲ ὅλους καὶ σὰν ἔλεγε κάτι ἤθελε νὰ γίνει. Ὅταν μάλωνε ἢ κατάκρινε γιὰ κάτι τοὺς γιούς της, ἐκεῖνοι, ἂς ἦταν καὶ μεγάλοι, στέκονταν μπροστά της μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι καὶ δὲν ἀντιμιλοῦσαν. Ἐκείνη πηγαινοερχόταν ὅλη τὴ μέρα ἀπ’ τὴν ταβέρνα ὣς τὸ σπίτι, ἔφερνε ἕνα γύρω στὴν αὐλὴ νὰ δεῖ ἂν εἶναι ὅλα σὲ τάξη, τάιζε τὶς κότες, τὰ γουρούνια καὶ τὶς χῆνες, τὰ μάλωνε, σὰ νὰ μάλωνε ἀνθρώπους καὶ ὅταν τὰ ἔκραζε, ἡ φωνή της ἀκουγόταν σὲ ὅλο τὸ μαχαλά. Μιλοῦσε μεγαλόφωνα καὶ γελοῦσε μὲ μιὰ κουδουνιστὴ φωνὴ σὰν κοπέλα.
Ὅμως τὴν ἄνοιξη ἡ γιαγιὰ-Μάργκα πέθανε ὁλότελα ἀπροσδόκητα. Μαζὶ μ’ αὐτήν, ἀπὸ τὸ σπίτι τῶν Γκεράκηδων ἐξαφανίστηκε καὶ τὸ καλὸ κι αὐστηρό, πνεῦμα, ποὺ τὰ κρατοῦσε ὅλα σὲ τάξη. Τὰ μαλλιὰ τοῦ γερο-Γιορντὰν ἀσημώθηκαν πρόωρα, τὸ δυνατό του χέρι, χέρι ἀφέντη, ἀδυνάτισε, τοῦ ξέφυγαν τὰ γκέμια καὶ τὸ ἅρμα τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ προχωροῦσε τόσο ὁμαλὰ καὶ ἥσυχα, πετάχτηκε ἀπὸ τὸ δρόμο του ἔξω καὶ κατρακύλισε στὶς πέτρες.
Στὸ σπίτι σύρθηκαν σὰν τὰ φίδια, ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ, θυμώματα, παρεξηγήσεις, μαλώματα, καὶ φαρμάκωσαν τὴν ἡσυχία τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ τόσο γλυκὰ διατηροῦνταν ζεστή, τόσα χρόνια, ἀπὸ τὴ ζεστασιὰ τῆς κοινῆς παραστιᾶς.
Κανένας δὲν ἤξερε πῶς ἔγινε αὐτό, καὶ ἀπὸ ποῦ ἦρθε ἡ ζήλια ἀνάμεσα στὶς νύφες, κι ἐκείνη ἡ δυσπιστία ἀνάμεσα στ’ ἀδέρφια, ποὺ τὰ ἔκανε νὰ ὑποπτεύονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ὁ γερο-Γιορντὰν δοκίμασε νὰ τοὺς φοβίσει μὲ τὰ αὐστηρά του λόγια, μὰ εἶχαν κι αὐτὰ χάσει τὴ βαρύτητά τους. Φώναζε δυνατὰ καὶ θυμωμένος, μὰ ἔνιωθε πὼς τὰ λόγια του κλαῖνε μέσα στὴν ψυχή του, κι ἔκανε ἀνείπωτες προσπάθειες νὰ κρύψει τὴν ἀδυναμία του αὐτή. Ἤξερε πὼς τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ γεννιοῦνται στὸν ἄνθρωπο, ὅπως γεννιοῦνται τὰ πουλάκια ἀπ’ τὸ αὐγό, μὰ δὲν ἤξερε γιατὶ αὐτὸ τὸ κακὸ ἔπρεπε νὰ γεννηθεῖ στὶς ψυχὲς τῶν δικῶν του τῶν παιδιῶν. Γιατί; Ἀναρωτιόταν πολλὴ ὥρα. Κι ἀπὸ τὴ σκέψη αὐτὴ τὰ μαλλιά του ἄσπριζαν ὁλοένα καὶ πιὸ πολὺ καὶ ὁ ὕπνος του ἔγινε ἀνήσυχος.
Δὲν περνοῦσε μέρα ποὺ νὰ μὴν ἄκουγε ἀνάμεσα στὶς νύφες του βαριὲς κατηγορίες καὶ μαλώματα, γεμάτα βάναυσες καὶ ἄπρεπες λέξεις. Οἱ ἀφορμὲς γιὰ τὰ μαλώματα αὐτὰ ἦταν πάντοτε ἀσήμαντες καὶ τιποτένιες. Μιὰ φορὰ ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῆς γυναίκας τοῦ Πέταρ πέταξε λίγη λάσπη στὸ παιδὶ τῆς γυναίκας τοῦ Μποζιὰν κι ἐκείνη πῆγε καὶ τὸ χτύπησε. Ἡ γυναίκα τοῦ Πέταρ προσβλήθηκε καὶ πῆρε τὸ μέρος τοῦ παιδιοῦ της:
— Ἔλα, καλό μου, ἔλα ἐδῶ, γιατὶ αὐτὴ ἡ ὀχιὰ θὰ σὲ φάει.
— Φίδια νὰ γεννήσεις ἐσύ! Τῆς εἶπε ἡ ἄλλη.
Ἡ γυναίκα τοῦ Πέταρ ἦταν πιὸ μαλακὴ καὶ εἶχε καλὰ αἰσθήματα, μὰ ἦταν πολὺ φιλότιμη καὶ ὅταν ξέσπαζε, δύσκολα μποροῦσε νὰ κρατηθεῖ.
— Τὰ μάτια νὰ σοῦ πιοῦν τὰ φίδια! Τῆς ἀπάντησε.
Ἡ Μποζιάναινα κρατοῦσε μιὰ σκάφη μὲ πίτυρα. Χούφτωσε ὅσα μποροῦσε μὲ τὸ χέρι της καὶ τὰ πέταξε ὀργισμένη στὸ πρόσωπο τῆς Πέτραινας. Οἱ δυὸ γυναῖκες πιάστηκαν ἀπ’ τὰ μαλλιὰ καὶ ἡ αὐλὴ ἀντήχησε ἀπὸ ἀπάνθρωπα ξεφωνητὰ καὶ κατάρες. Ὁ γερο-Γιορντὰν πετάχτηκε ἀπ’ τὴν ταβέρνα ἔξω. Σὰν εἶδε τὶς νύφες του ξεμαλλιασμένες καὶ καταματωμένες νὰ ὁρμοῦν ἡ μιὰ πάνω στὴν ἄλλη, σὰν ἀγριεμένες κότες, θίχτηκε ἡ ἀρχοντική του περηφάνια. Πῆγε κοντά τους, ὕψωσε τὸ βαρύ του χέρι καὶ μὲ ὅλη του τὴ δύναμη χαστούκισε καὶ τὶς δύο.
— Ἂν ὄχι ἀπὸ μένα, ἀπ’ τὰ παιδιά σας ντροπιαστεῖτε! Εἶπε ὕστερα.
Ἡ Πέτραινα κρύφτηκε ντροπιασμένη στὸ ὑπόγειο, μὰ ἡ Μποζιάναινα ὀρθώθηκε μπροστά του σὰν τὴν κλώσσα, ποὺ τῆς ἅρπαξαν τὰ πουλιὰ καὶ εἶπε μὲ ἀπότομο τρόπο:
— Ξεκουτιασμένε παλιόγερε! Τί ἀνακατεύεσαι σὲ ξένες δουλειές;
Ἅρπαξε τὴ σκάφη μὲ τὰ χυμένα πίτυρα καὶ ἀπομακρύνθηκε μὲ βάδισμα, σὰ νὰ περπατοῦσε λύκαινα, ποὺ ἅρπαξε κομμάτι κρέας ἀπὸ τὸ κορμὶ κάποιου ζωντανοῦ ζώου.
Ὕστερα ἀπὸ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ οἱ δυὸ συνυφάδες δὲν ἀντάλλαξαν οὔτε λέξη ἕνα ὁλόκληρο μήνα. Ἔφτιαχναν τὸ σπίτι μουτρωμένες καὶ ξεφυσοῦσαν σὰν τὰ φίδια. Ἡ κακία τους ξεχυνόταν στὰ κεφάλια τῶν παιδιῶν καὶ πιὸ πολὺ πάνω στὴν ἥσυχη, τὴ λεπτή, τὴν ἀγαθὴ καὶ ὀνειροπόλα Ἔλκα, γυναίκα τοῦ πιὸ μικροῦ γιοῦ τοῦ γερο-Γιορντάν, τοῦ Πάβελ. Ὅλη ἡ δουλειὰ τοῦ σπιτιοῦ ἔπεσε τώρα πάνω της κι ἐκείνη δούλευε εὐκίνητη, σιωπηλή, ἀγόγγυστα. Κανενὸς τὸ κακὸ δὲ σκεφτόταν. Ἐπιθυμοῦσε τὴν παλιὰ εἰρήνη καὶ ὁμόνοια καὶ ἤθελε νὰ δεῖ τὶς δυὸ συνυφάδες της συμφιλιωμένες. Ἐκεῖνες ξεφυσοῦσαν, τὴ μάλωναν γιὰ τὸ τίποτα, κατσάδιαζαν τὸ παιδί της, τὸν μικρούτσικο Ζαχαρίντσιο, κι ὅλο τὶς ἔβρισκαν λάθη στὴ δουλειά, καὶ ὅλο δὲν ἦταν εὐχαριστημένες ἀπ’ αὐτήν.
Ὁ γερο-Γιορντὰν περπατοῦσε ὅλο φροντίδα καὶ σκεφτικός. Στὴν ταβέρνα δὲν ἤθελε πιὰ νὰ κάτσει. Δοκίμασε νὰ συνεχίσει τὸ ἐμπόριο μαζὶ μὲ τοὺς γιούς του, μὰ δὲν ἔκανε τίποτα. Ὁ Μποζιὰν ποὺ εἶχε τώρα ξεπεράσει τὰ τριανταπέντε του χρόνια, ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὸ χρῆμα, ἔτρεμε γιὰ τὰ λεφτά, ἦταν πονηρὸς καὶ σφιχτός. Ἔπαιρνε λεφτὰ ἀπὸ τὸ συρτάρι, ἔγραφε περισσότερα στὰ τεφτέρια, μὲ τὰ βερεσέδια, κι ἔκανε κατεργάρικες δουλειὲς μὲ τοὺς ἁπλοὺς καὶ φτωχοὺς χωριάτες. Ὁ Πέταρ, ὁ μεσαῖος γιὸς τοῦ γερο-Γιορντάν, ἦταν ὁλότελα ἀλλιώτικος ἄνθρωπος. Ἐκεῖνος εἶχε φαρδιὰ καὶ χωρὶς καμιὰ φροντίδα καρδιά, πολὺ ἀμελής, ἔχανε τὶς μέρες του στὸ κυνήγι, τὰ κοπανοῦσε μὲ τὸ παραπάνω καὶ ἔδινε βερεσέ, ἀδιάκριτα, καὶ ὅπου ἔπρεπε καὶ ὅπου δὲν ἔπρεπε. Στὸ μικρὸ προσωπάκι του ἔπαιζε πάντα ἕνα καθαρὸ καὶ ἀγαθὸ χαμόγελο, ποὺ τὸν ἔκανε ἀγαπητὸ σὲ ὅλους. Ἐκεῖνος ἦταν ἀφελής, εὐκολόπιστος κι ἕτοιμος νὰ δώσει καὶ τὴν ψυχή του, σ’ ὅποιον ἤξερε νὰ τὸν κολακέψει καὶ νὰ τὸν ξεγελάσει.
Ὁ γερο-Γιορντὰν εἶδε πὼς ἔτσι δὲ μπορεῖ νὰ πάει ἡ δουλειὰ μπροστὰ κι ἔκλεισε τὴν ταβέρνα. Αὐτὸ δὲν ἦταν εὔκολο γι’ αὐτόν. Τὴν ταβέρνα τὴν κρατοῦσε ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια, ἀπ’ αὐτὴν εἶχε κερδίσει χρήματα, ἐκεῖ μέσα ἔνιωθε τὸν ἑαυτό του σὰν ἀφεντικὸ καὶ δυνατό, κι ἐκεῖ χαιρόταν τὴν ἐκτίμηση καὶ τὸ φόβο, ποὺ τοῦ εἶχαν οἱ χωριανοί του.
Γέρακες
μτφ. Η. Κρυσταλλίδου, 1992
Γέρακες
μτφ. Η. Κρυσταλλίδου, 1992
Ι
Ο ΠΙΟ ΖΑΠΛΟΥΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ήτανε ο γερο-Γιορντάν ο Γέρακας. Σβέλτος κι εργατικός, είχε δουλέψει μια ζωή κι είχε καταφέρει να διπλασιάσει και να τριπλασιάσει την περιουσία που ‘χε απ’ τον πατέρα του. Προικισμένος με μυαλό πρακτικό κι ικανότητες στις εμπορικές δουλειές, είχε κατορθώσει και λεφτά να κάνει και ν’ αναδειχτεί ανάμεσα στους συχωριανούς του σαν ο πρώτος άνθρωπος. Είχε μαλακιά και καλή καρδιά. Παρόλο που ήτανε κομμάτι τσιγγούνης, δεν εκράταγε αυστηρά τους λογαριασμούς του, βόηθαγε τους ανθρώπους και φρόντιζε τις αγροτικές δουλειές. Γι’ αυτό κι όλοι τον αγαπούσανε και τον ετιμούσαν.
Το μεγάλο άσπρο σπίτι, όπου ζούσε η πολυπληθής οικογένειά του, βρισκόταν σε διαλεχτή θέση στο χωριό, φαινότανε από μακριά κι από μακριά έδειχνε πως ήταν αρχοντικό. Καταμεσής της απλόχωρης αυλής, όπου θα μπορούσε να μαζευτεί ένας μαχαλάς, και που ήτανε περιφραγμένη γύρα-γύρα μ’ ασπρισμένους μαντρότοιχους σαν κάστρο, υψωνότανε ψηλὰ και ίσια σαν το βέλος ένα μοναχικό πυκνόφυλλο πεύκο — το μοναδικό πεύκο σ’ όλη την περιφέρεια. Το είχανε φέρει πευκάκι μικρό ακόμα απ’ τα ιερά όρη της Ρίλας και φυτεύτηκε εδώ προ αμνημονεύτων χρόνων από τους προγόνους των Γερακαρέων. Ήταν το οικογενειακό τους λάβαρο, και το ‘χανε καμάρι. Κάτω απ’ την ιερὴ του σκιά, είχαν μεγαλώσει κάμποσες γενιές, κι είχαν περάσει τις τελευταίες τους μέρες πολλοί γέροι του σογιού τους.
Ο γερο-Γιορντάν είχε τρεις γιους, γεννοβολημένοι ο ένας μετά τον άλλονε. Ο μεγαλύτερος ήταν ο Μποζάν, πίσω του έρχονταν ο Πέταρ και ο μικρότερος — ο Πάβελ. Και οι τρεις ήτανε παντρεμένοι, είχανε παιδιά κι όλοι τους ζούσαν σ’ ένα σπίτι με τους γέρους μαζί — το σπίτι ήταν μεγάλο, ωραίο, κι άλλους τόσους χωρούσε.
Οι γιοι κι οι νύφες του Γέρακα, κάτω απ’ τη δική του κυρίαρχη επίβλεψη, φρόντιζαν το σπίτι και δούλευαν στον αγρό βοηθούμενοι από δυο νεαρούς εργάτες και τον γερο-Ματέι Μαργκαλάκ — μοναχική στον κόσμο ψυχούλα, που τον είχε συμμαζέψει από συμπόνια ο γερο-Γιορντάν.
Ο ίδιος ο Γιορντάν βαστούσε την ταβέρνα, ένα παλιό, χαμηλό και μακρύ χτίσμα σιμὰ του δρόμου, που στεκότανε σαν κεφαλή και πέτρα στο μεγάλο τοιχογύριστο δαχτυλίδι που περιέβαλλε την αυλή.
Ο γερο-Γιορντάν κρατούσε τους γιους του μακριά απ’ την ταβερνιάρικη δουλειά, που τους λογαριασμούς κάτεχε και κοιτούσε μοναχός του. Οι γιοι του το είχαν συνηθίσει αυτό, κι όταν τύχαινε να κάτσουν στο πόδι του πατέρα τους, ή βρίσκονταν εκεί-πέρα για κάποιαν άλλη δουλειά, δεν αισθάνονταν σαν αφέντες, μα σαν υπηρέτες. Γι’ αυτό πάλι ήταν σωστοί βασιλιάδες στον κάμπο, στα χωράφια και στα λιβάδια, ειδικά ο μεγαλύτερος — ο Μποζάν. Η αγροτική δουλειά ήταν το στοιχείο του. Όλες οι έγνοιες κι οι σκέψεις του γι’ αυτήν ήτανε. Το πρόσωπό του είχε το καμένο χρώμα τού σταρένιου σπόρου, και η ψυχή του παρατηρούσε τον ουρανό, τα σύγνεφα και τον ήλιο με τις ελπίδες και τις ανησυχίες της καρποφόρας γης.
Όταν άρχιζε ο θέρος, στο σπίτι των Γερακαρέων έπεφτε σκληρή δουλειά. Το πρωί, πριν ακόμα χαράξει, αντηχούσε στην αυλή η ζωηρή φωνή του γερο-Γέρακα, που τριγύρναγε στο στάβλο και το ‘πόστεγο, όπου κοιμούνταν οι εργάτες, και φώναζε δυνατά:
— Σηκωθείτε, παιδιά! Άντε για δουλειά!
Γύρω του τίναζε χαρούμενα πέρα-δώθε την ουρά του ένα μεγάλο κίτρινο σκυλί και πηδούσε χαδιάρικα στα γόνατά του. Ένα κοπάδι λευκές χήνες, αραγμένες στην αυλή, τσίριζαν και σκόρπιζαν φοβισμένες. Απ’ τα ξώστεγα του αχυρώνα σηκώνονταν συννεφολοί τα περιστέρια και πετούσαν κατά τις σταροκαλαμιές. Τοσούλια σπουργιτάκια πάλευαν στα κλαδιά του πεύκου. Δουλευτές —γυναίκες, άντρες, παιδιά—ανασάλευαν πάνω-κάτω και ομάδες-ομάδες τραβούσαν για τον κάμπο. Ο γερο-Γιορντάν τούς ξεπροβοδούσε ώς την πόρτα και, καθώς κοιτούσε την ανατολή —καθαρή, ξέξασπρη απ’ τα πρόβολα χαράματα—, μιλούσε κατάπληχτος:
— Εχ, τι καιρός ανοίγεται! Πάλι θα λουστεί μ’ ανθρώπινο ίδρω η μάννα γης.
Ύστερα άνοιγε για λίγο την ταβέρνα, έβρεχε και σκούπιζε ο ίδιος το πάτωμα, έφκιαχνε καφέ και καθότανε μπροστά στην πόρτα, να τόνε πιει έξω, στον καθαρό αέρα. Από το δρόμο περνούσαν χωριάτες και χωριάτισσες και τον χαιρετούσαν με σέβας. Εκείνος απαντούσε σ’ όλους αδελφικά και σ’ όλους ευχόταν εργασία ελαφριά και καλό μπερεκέτι. Άμα έφτανε η ώρα για προβούκι[1]* ανέβαινε στ’ αλογάκι του και λύσσιαζε, καταπώς έλεγαν οι χωριάτες, μες στον κάμπο — πήγαινε ν’ αγναντέψει τους εργάτες.
Ο μοναδικός και κύριος βοηθός στην ταβέρνα του Γέρακα ήταν η γυναίκα του, η κυρα-Μάργκα. Ήτανε παχιά, καρπερή γυναίκα, καλοστεκούμενη, γερή και σβέλτη, με χαρούμενη καρδιά κι εμπορικό πνεύμα. Ο γερο-Γιορντάν ήταν η κεφαλή, και η κυρα-Μάργκα η ψυχή της ταβέρνας. Φρόντιζε τα πάντα και ταχτοποιούσε μέσα το νοικοκυριό. Μάζευε κι έπλενε τα πιατικά, συγύριζε τα δυο δωμάτια όπου διανυχτέρευαν οι ταξιδιώτες, κρατούσε τη φωτιά στο τζάκι, αέριζε την αποθήκη, θερμολογούσε τα καζάνια και υπηρετούσε τους χωριάτες σαν παιδί.
Ολάκερα σαράντα χρόνια —από νέα νύφη μέχρι γριά— περιφερότανε στην ταβέρνα, ανάμεσα σ’ άντρες, χαμογελαστή, ζωηρή, πότε με τη ρόκα και τ’ αδράχτι, πότε με μικρό παιδί στην αγκαλιά, και ουδέποτε ακούστηκε για λόγου της κακός λόγος. Δεν επέτρεπε καβγάδες και βρόμικες κουβέντες, και τους μεθύστακες τους έδιωχνε. Όλοι τη σέβονταν, κι οι χωριάτες δεν αποτολμούσαν ν’ αμολούν μπροστά της τις αγαπημένες τους ζουμερές βλαστήμιες.
Ο Γέρακας τιμούσε την αξία της, της εμπιστευότανε τα πάντα, βασιζότανε στο μυαλό και στις φροντίδες της, και περηφανευόταν για λογαριασμό της.
Οι δυο τους είχανε ζήσει μ’ αγάπη κι εμπιστοσύνη, βοηθούσαν ο ένας τον άλλο κι ήθελαν ν’ αφήσουν στα παιδιά τους καλό όνομα και καλή κληρονομιά.
pΗ κυρα-Μάργκα ήταν και στο σπίτι αφέντρα σωστή. Αγαπούσε τις νύφες και τα εγγονάκια της, μα ήταν αυστηρή με όλους και, άμα έλεγε κάτι, ήθελε να το τελειώνουν. Όταν κατσάδιαζε ή έκρινε για κάτιτις τους γιους της, εκείνοι, αν και μεγάλοι, στέκονταν μπροστά της με σκυμμένα τα κεφάλια και δεν αντιμιλούσαν. Όλη τη μέρα έτρεχε απ’ την ταβέρνα στο σπίτι, γυρόφερνε στην αυλή να δει αν όλα ήτανε σε τάξη, τάιζε τις κότες, τα γουρούνια και τις χήνες, τα μάλωνε όπως τους ανθρώπους, κι όταν τα καλούσε, η φωνή της ακουγότανε σ’ όλο το μαχαλά. Μιλούσε δυνατά και γελούσε με κουδουνιστή φωνή, σαν κοπέλα.
Με την άνοιξη όμως η κυρα-Μάργκα απέθανε ολωσδιόλου ξαφνικά. Μαζί της απ’ το σπίτι των Γερακαρέων εξαφανίστηκε το καλό κι αυστηρό πνεύμα που κρατούσε τα πάντα σε τάξη. Τα μαλλιά του γερο-Γιορντάν γρήγορα ψάρυναν, το δυνατό του αρχοντικό χέρι έχασε την ακμάδα του, χαλάρωσε τα ηνία, και η σπιτική άμαξα, που προχωρούσε τόσο ίσια κι ήρεμα, ξεστράτισε και πήρε να κουτρουβαλάει στις πέτρες.
Στο σπίτι ξεγλίστρησαν σα φίδια, ανεξήγητο από πού, γρίνιες, παρεξηγήσεις, κακιώματα, και φαρμακώσανε τη μαλακιά οικογενειακή γαλήνη που θερμαινόταν για πολλά χρόνια απ’ τη ζεστόκαρδη θαλπωρή της ομαδικής εστίας.
Κανείς δεν ήξερε πώς γίνηκε αυτό, πώς γεννήθηκε τούτη η ζήλεια ανάμεσα στις νύφες, τούτη η δυσπιστία μες στ’ αδέλφια, που τα ‘κανε να υποπτεύονται το ένα το άλλο. Ο γερο-Γιορντάν δοκίμασε να τους τρομάξει με τον αυστηρό του λόγο, μα κείνος είχε χάσει την πέρασή του. Τους έβαζε πόστα δυνατά και με θυμό... ωστόσο ένιωθε πως οι κουβέντες έκλαιγαν μες στην ψυχή του, κι έκανε ανείπωτες προσπάθειες να κρύψει την αδυναμία. Ήξερε πως το καλό και το κακό επωάζονται στον άνθρωπο όπως τα πουλάκια εκκολάπτονται απ’ τ’ αβγό — όμως δεν ήξερε γιατί δηλαδή το κακό έπρεπε να επωάσει στις ψυχές των παιδιών του. Γιατί; Και το ‘φερνε όλο στο νου του. Απ’ τη σκέψη, τα μαλλιά του γρήγορα άσπρισαν, κι ο ύπνος του έγινε ανήσυχος.
Σχεδόν κάθε μέρα άκουγε τις νύφες του ν’ ανταλλάζουν οξύθυμες αθιβολές[2]* και τσακωμούς, όλο άξεστες κι αταίριαστες κουβέντες. Οι αφορμές για τούτες τις φαγωμάρες ήταν σχεδόν πάντα μικρές και τιποτένιες. Κάποια φορά ένα απ’ τα παιδιά της Πετρόβαινας είχε πιτσιλίσει με λάσπη το παιδί της Μποζάναινας, και κείνη χίμηξε και το βάρεσε. Μανιασμένη η Πετρόβαινα υποστήριξε το κλαμένο της παιδί:
— Έλα, καλό μου, έλα, γιατί αυτό το φίδι θα σε φάει.
— Φίδια να γεννάς! απάντησε η Μποζάναινα.
Η Πετρόβαινα ήτανε πιο μαλακιά και κουβαλούσε καλά αισθήματα στην ψυχή της, μα ήταν άκρως φιλότιμη κι όταν ξέσπαζε δύσκολα συγκρατιόταν.
— Φίδια να σου πιουν τα μάτια σου! ανταπάντησε τώρα.
Η Μποζάναινα κρατούσε μια γαβάθα με πίτουρα. Άδραξε όσα χωρούσε το χέρι της και τα πέταξε οργισμένα στο πρόσωπο της Πετρόβαινας. Οι δυο γυναίκες πιάστηκαν απ’ τα μαλλιά, και η αυλή αντήχησε από απάνθρωπες κραυγές και κατάρες. Ο γερο-Γιορντάν πετάχτηκε απ’ την ταβέρνα. Μόλις είδε τις νύφες του, ξεμαλλιασμένες και μες στα αίματα, να ρίχνονται η μια στην αλληνή σα φουρκισμένες κότες, η αρχοντική του περηφάνια αγανάχτησε. Πήγε καταπάνω τους, σήκωσε το βαρύ του χέρι και μ’ όλη του τη δύναμη άστραψε και στις δυο από ‘να σκαμπίλι.
— Αν όχι από μένανε, απ’ τα παιδιά σας να ντραπείτε! τους είπε.
Η Πετρόβαινα, συγχυσμένη, κρύφτηκε στην αποθήκη, η Μποζάναινα όμως ορθώθηκε αντίκρυ του σαν κλώσσα που της αρπάξανε τα πουλιά, και είπε ωμά:
— Ξεκουρκουτιασμένε γεροξούρα! Εσύ να μη φυτρώνεις εκειά που δε σε σπέρνουνε!
Και, αρπάζοντας τη γαβάθα με τα σκορπισμένα πίτουρα, απομακρύνθηκε με την περπατησιά της λύκαινας που τώρα-δα έκοψε μια μπουκιά κρέας από ‘να ζούδι ζωντανό.
Μετά από τούτο το περιστατικό, οι δυο συνυφάδες δεν ανταλλάξανε κουβέντα για ένα μήνα. Τριγύριζαν στο σπίτι κατσούφες και χόλιαζαν σα φίδια. Η μάνητά τους χυνότανε πάνω στα κεφάλια των παιδιών, και πιότερο πάνω στην ήσυχη, τρυφερή, γαλήνια κι ονειροπόλα Έλκα — τη γυναίκα του μικρότερου γιου τού γερο-Γιορντάν, του Πάβελ. Τώρα εκείνη σήκωνε όλη τη σπιτίσια δουλειά. Και δούλευε σβέλτα, σιωπηλά, αναντίλογα. Δε σκεφτόταν το κακό κανενός. Πεθυμούσε την προηγούμενη ειρήνη και ομόνοια, και ζητούσε να δει τις δυο συνυφάδες της μονιασμένες. Εκείνες βουρλίζονταν, την αποπαίρνανε για το τίποτα, κατσάδιαζαν το παιδί της —τον μικρό Ζαχαρίντσο—, συνέχεια της έβρισκαν σφάλματα, κι όλο ήτανε δυσαρεστημένες μαζί της.
Ο γερο-Γιορντάν πορευόταν ανήσυχος και σκεφτικός. Δεν είχε πια όρεξη να στέκεται στην ταβέρνα. Δοκίμασε να συνεχίσει το εμπόριο με τους γιους του, αλλά δεν περπάτησε καλά. Ο Μποζάν, που είχε περάσει τα τριανταπέντε του χρόνια, παραγαπούσε το χρήμα, έτρεμε από πάνω του, ήτανε πονηρός και σφιχτοχέρης. Έκρυβε απ’ το συρτάρι, φούσκωνε τους λογαριασμούς στα τεφτέρια, κι έκανε άτιμες συμφωνίες με τους απλοϊκούς και φτωχούς χωριάτες.
Ο Πέταρ, ο μεσαίος γιος του γερο-Γιορντάν, ήταν, πάλι, τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Είχε μεγάλη κι ασκότιστη καρδιά, οι έγνοιες δεν τόνε βαραίνανε, χανότανε για μέρες ολόκληρες στο κυνήγι, μεθοκοπούσε κι άφηνε βερεσέδες — σ’ όσους έπρεπε, και σ’ όσους δεν έπρεπε. Στο μικρό του το πρόσωπο έπαιζε πάντα ένα καθαρό, ανέμελο χαμόγελο, που τον έκανε απ’ άκρη σ’ άκρη αγαπητό. Ήταν αθώος, αγαθός, κι ικανός να δώσει και την ψυχή του ακόμα σ’ εκείνον που ήξερε να τον κολακέψει και να τον ξεγελάσει.
Ο γερο-Γιορντάν είδε πως έτσι δε γινόταν να τραβήξει το πράγμα, και σύντομα έκλεισε την ταβέρνα. Δεν του ήταν εύκολο. Κρατούσε την ταβέρνα εδώ και σαράντα χρόνια, είχε κερδίσει λεφτά απ’ αυτή, μέσα-κει αισθανόταν αφέντης και δυνατός, χαιρότανε την εχτίμηση και το φόβο που του είχαν οι χωριάτες.
«Άμα ήτανε στο σπίτι ο Πάβελ», σκεφτόταν ο γερο-Γέρακας, «δε θα πηγαίνανε έτσι τα πράματα... μα πού ξες...»
[1] *[Μπερεκέτι: κέρδος· προβούκι: πρόγευμα, κολατσιό].
[2] *[Κουβέντες, αλλά και φιλονικίες, ξεμπροστιάσματα].
Γέρακες
μτφ. Π. Σταθόγιαννης, 2021
Οι Γέρακες
1
Ο παππούς Γιορντάν Γέρακας ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος του χωριού. Σβέλτος κι εργατικός, είχε δουλέψει πάρα πολύ σ’ όλη του τη ζωή, καταφέρνοντας να δεκαπλασιάσει την περιουσία που του άφησε ο πατέρας του. Προικισμένος με μυαλό πρακτικό και με εμπορικό δαιμόνιο, έβγαλε πολλά λεφτά κι έγινε ο πρώτος ανάμεσα στους χωρικούς. Είχε καρδιά ευαίσθητη, καλή και, παρά την τσιγκουνιά του, δεν ήταν αυστηρός στις συναλλαγές του – βοηθούσε τους ανθρώπους, φροντίζοντας και για τις ανάγκες της κοινότητας. Τον αγαπούσαν, λοιπόν, και τον τιμούσαν όλοι.
Το μεγάλο κατάλευκο σπίτι, στο οποίο ζούσε η πολυμελής οικογένειά του, βρισκόταν στο κέντρο του χωριού και φαινόταν από μακριά ότι ανήκε σε άρχοντα. Καταμεσής της απλόχωρης αυλής –περιφραγμένης με ασβεστωμένη μάντρα, σαν πύργου–, όπου μπορούσε να στριμωχτεί μια ολόκληρη γειτονιά, υψωνόταν σαν βέλος ένα τεράστιο, σπαθάτο και μοναχικό έλατο – το μοναδικό σ’ όλη τη γύρω περιοχή. Το είχαν άλλοτε κουβαλήσει, φυτεύοντάς το εδώ, μικρό ελατάκι απ’ τα άγια δάση του μοναστηριού της Ρίλας, οι πρόγονοι των Γεράκων – κανένας δεν θυμόταν από πόσο παλιά. Αποτελούσε το οικογενειακό τους φλάμπουρο κι ήταν πολύ περήφανοι γι’ αυτό. Κάτω απ’ τον άγιο ίσκιο του μεγάλωσαν κάμποσες γενιές. Πολλοί γέροι του σογιού τους έζησαν εκεί τις τελευταίες τους μέρες.
Ο παππούς Γιορντάν είχε τρεις γιους, γεννημένους τον ένα μετά τον άλλον. Ο μεγαλύτερος ήταν ο Μποζάν, ύστερα ο Πέτερ και τελευταίος ο Πάβελ. Παντρεμένοι κι οι τρεις, με παιδιά, ζούσαν όλοι μαζί με τους γέρους – το όμορφο κι ευρύχωρο σπίτι τους χώραγε άλλους τόσους.
Οι γιοι κι οι νύφες του Γέρακα, κάτω απ’ τη δική του εποπτεία, φρόντιζαν το νοικοκυριό κι έκαναν τις αγροτικές δουλειές, βοηθούμενοι από δύο υπηρέτες κι απ’ τον γέρο Ματέι Μαργκαλάκ – μια ψυχή μόνη κι έρημη στον κόσμο. Τον είχε πάρει κοντά του ο παππούς Γιορντάν και κρατούσε την ταβέρνα – ένα παλιό, χαμηλό και μακρύ κτίριο στον δρόμο, στη γωνία ακριβώς της μάντρας που περιέφραζε την αυλή.
Ο παππούς Γιορντάν κρατούσε τους γιους του μακριά απ’ τις δουλειές της ταβέρνας· τους λογαριασμούς της έλεγχε κι έκανε ο ίδιος. Οι γιοι του είχαν συνηθίσει αυτή την κατάσταση κι όταν τυχαία αντικαθιστούσαν τον πατέρα τους ή βρίσκονταν εκεί για κάποιον άλλο λόγο, δεν ένιωθαν αφεντικά, αλλά υπηρέτες. Αντίθετα, στον κάμπο, στα χωράφια και τα λιβάδια, μοιάζαν βασιλιάδες, ιδιαίτερα ο μεγαλύτερος, ο Μποζάν. Η αγροτική δουλειά ήταν το στοιχείο του. Όλες του οι έγνοιες κι οι σκέψεις επικεντρώνονταν εκεί. Το ηλιοκαμένο πρόσωπό του είχε το χρώμα του καλαμποκιού· κοίταζε τον ουρανό, τα σύννεφα, τον ήλιο κι η ψυχή του γέμιζε με τις ελπίδες και τις αγωνίες της εύφορης γης.
Όταν άρχιζε ο θέρος, στο σπίτι των Γεράκων έπεφτε πολλή δουλειά. Το πρωί, προτού ξημερώσει, ακουγόταν στην αυλή δυνατά η ζωηρή φωνή του γέρου Γέρακα, πηγαινοερχόμενου στον στάβλο και το υπόστεγο, όπου κοιμούνταν οι υπηρέτες:
«Σηκωθείτε, παιδιά! Πιάνουμε δουλειά!»
Έτρεχε και χοροπηδούσε γύρω του ένα μεγαλόσωμο ξανθό σκυλί, κουνώντας χαρούμενα την ουρά του. Ένα κοπάδι άσπρες χήνες που ξεκουράζονταν στην αυλή φεύγαν μακριά, ξεφωνίζοντας τρομαγμένες. Απ’ τη στέγη του στάβλου σηκωνόταν ένα σμήνος λευκών περιστεριών, πετώντας προς τις καλαμιές. Ένα σωρό σπουργίτια τσακώνονταν λες στα κλαδιά του έλατου. Εργάτες –άντρες, γυναίκες και παιδιά– έτρεχαν με θόρυβο πάνω κάτω και ξεχύνονταν παρέες παρέες προς τον κάμπο. Ο παππούς Γιορντάν τους συνόδευε ως την πόρτα και, κοιτάζοντας προς την ανατολή –ο ορίζοντας καθαρός, χάραζε ο ήλιος–, έλεγε έκθαμβος:
«Αχ, τι ωραία μέρα έρχεται! Πάλι θα πλυθεί στον ανθρώπινο ιδρώτα η μάνα γη!»
Στη συνέχεια, άνοιγε για λίγο την ταβέρνα, έκανε μόνος του φασίνα, έφτιαχνε καφέ και καθόταν να τον πιει μπροστά στην πόρτα, στον καθαρό αέρα. Στον δρόμο περνούσαν χωρικοί και χωρικές χαιρετώντας τον με σεβασμό. Εκείνος απαντούσε σε όλους αδελφικά, ευχόμενος καλή δουλειά και πλούσια σοδειά.
Μόνος και κύριος βοηθός του Γέρακα στην ταβέρνα: η σύζυγός του, η γιαγιά Μάργκα, γυναίκα γεροδεμένη, από σόι, καλοδιατηρημένη, σβέλτη, με γερή κράση, χαρούμενη καρδιά και ψυχή εμπόρου. Ο παππούς Γιορντάν ήταν η κεφαλή της ταβέρνας κι η γιαγιά Μάργκα η ψυχή της. Εκείνη φρόντιζε για τα αναγκαία. Καθάριζε κι έπλενε τα σκεύη, ταχτοποιούσε τα δυο δωμάτια που προορίζονταν για τους ταξιδιώτες, συντηρούσε τη φωτιά στο τζάκι, αέριζε το κελάρι, καθάριζε με ατμό τα βαρέλια κι εξυπηρετούσε τους χωρικούς σαν να ήταν το παιδί για όλες τις δουλειές.
Σαράντα ολόκληρα χρόνια –απ’ τον καιρό του γάμου, μέχρι τώρα τα γεράματα– πηγαινοερχόταν στην ταβέρνα, ανάμεσα σε άντρες, χαμογελαστή, εύθυμη, άλλοτε με τη ρόκα, άλλοτε με ένα μικρό παιδί στα χέρια, και ποτέ δεν ακούστηκε άσχημος λόγος γι’ αυτή. Δεν επέτρεπε καβγάδες και βρισιές κι έδιωχνε τους μεθύστακες. Την σέβονταν όλοι, κι οι χωρικοί δεν τολμούσαν να ξεστομίσουν μπροστά της τις αγαπημένες τους βλαστήμιες.
Ο Γέρακας εκτιμούσε πολύ τις ικανότητές της, της εμπιστευόταν τα πάντα, στηριζόταν στο μυαλό της κι ήταν περήφανος για τη γυναίκα του. Έζησαν αγαπημένοι, εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλο, αλληλοστηρίζονταν κι επιθυμούσαν ν’ αφήσουν στα παιδιά τους ένα καλό όνομα και μια αξιοπρεπή κληρονομιά.
Η γιαγιά Μάργκα ήταν το απόλυτο αφεντικό στο σπίτι. Αγαπούσε τις νύφες και τα εγγόνια της, τους συμπεριφερόταν όμως με αυστηρότητα και σαν έλεγε κάτι, απαιτούσε να εκτελείται αμέσως. Όταν γκρίνιαζε ή επέκρινε για κάποιο θέμα τους γιους της, εκείνοι, αν και μεγάλοι πια, στέκονταν μπροστά της με το κεφάλι σκυμμένο και δεν της αντιμιλούσαν. Έτρεχε όλη μέρα απ’ την ταβέρνα στο σπίτι, τριγύριζε στην αυλή να δει αν όλα ήταν στη θέση τους, τάιζε τις κότες, τους χοίρους και τις χήνες, μάλωνε σαν ανθρώπους τα ζωντανά, κι όταν τα φώναζε ακουγόταν σ’ όλη τη γειτονιά. Μιλούσε δυνατά και γελούσε με φωνή καθαρή, λες κι ήταν νέο κορίτσι.
Αλλά την άνοιξη, εντελώς απροσδόκητα, η γιαγιά Μάργκα πέθανε. Μαζί της, έφυγε απ’ το σπίτι των Γεράκων το αγαθό κι αυστηρό πνεύμα, που κρατούσε τα πάντα σε μια τάξη. Τα μαλλιά του παππού Γιορντάν άσπρισαν απότομα, το στιβαρό του χέρι αδυνάτισε, χαλαρώνοντας τα ηνία, κι η άμαξα του σπιτιού, που μέχρι τότε προχωρούσε ήσυχα και καλά, βγήκε απ’ τον ίσιο δρόμο και μπήκε στα κατσάβραχα.
Στο σπίτι άρχισαν να σέρνονται σαν φίδια, άγνωστο πώς, καβγάδες, παρεξηγήσεις και τσακωμοί. Δηλητηρίασαν την –κρατημένη τόσα χρόνια ζεστή απ’ την αγάπη της κοινής εστίας– οικογενειακή γαλήνη.
Κανείς δεν ήξερε από πού προήλθε η ζήλια ανάμεσα στις νύφες, η δυσπιστία κι οι υποψίες μεταξύ των αδερφών. Ο παππούς Γιορντάν προσπάθησε να τους συνεφέρει με τον αυστηρό του λόγο, αλλά είχε χάσει το κύρος του. Τους μάλωνε φωνάζοντας με θυμό, ένιωθε όμως πως γινόταν μεμψίμοιρος και κατέβαλλε τεράστιες προσπάθειες να κρύψει αυτή την αδυναμία του. Γνώριζε ότι το καλό και το κακό ξεπηδούν απότομα, σαν νεοσσοί που σπαν τ’ αυγό τους, μες στην ψυχή του ανθρώπου, μα δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί το κακό έπρεπε να γεννηθεί και στις ψυχές των δικών του παιδιών. Όλο γύριζαν στο μυαλό του οι σκέψεις τούτες και τα μαλλιά του άσπρισαν ακόμα περισσότερο, ο ύπνος του έγινε ανήσυχος.
Σχεδόν κάθε μέρα, άκουγε τις νύφες του να τσακώνονται άγρια, να ανταλλάσσουν λόγια σκληρά και χυδαία. Οι αφορμές των καβγάδων ήταν πάντα ασήμαντες και τιποτένιες. Μια φορά, ένα απ’ τα παιδιά της γυναίκας του Πέτερ είχε πασαλείψει με λάσπη το παιδί της γυναίκας του Μποζάν κι εκείνη το έδειρε. Προσβεβλημένη η γυναίκα του Πέτερ έσπευσε να υπερασπιστεί το παιδί της που έκλαιγε.
«Έλα, καλό μου, γιατί τούτη η οχιά θα σε φάει».
«Οχιά να γεννήσεις!» αντιγύρισε η γυναίκα του Μποζάν.
Η γυναίκα του Πέτερ είχε πιο ευαίσθητη καρδιά, ήταν όμως πολύ φιλότιμη κι όταν ξεσπούσε, δύσκολα μπορούσε να συγκρατηθεί.
«Οχιές να σου φάνε τα μάτια!» απάντησε.
Η γυναίκα του Μποζάν κουβαλούσε μια σκάφη με ροκανίδια. Άρπαξε μια χούφτα και την πέταξε με οργή στο πρόσωπο της γυναίκας του Πέτερ. Πιάστηκαν οι δυο τους μαλλί με μαλλί κι έκαναν την αυλή άνω κάτω με τις άγριες φωνές και τις κατάρες τους. Ο παππούς Γιορντάν βγήκε απ’ την ταβέρνα. Όταν είδε τις νύφες του ξεμαλλιασμένες και ματωμένες να επιτίθενται η μία στην άλλη σαν εξαγριωμένες κότες, πληγώθηκε μέσα του η περηφάνια του άρχοντα. Τις πλησίασε, σήκωσε το βαρύ του χέρι και τους έριξε από ένα χαστούκι.
«Αν δεν ντρέπεστε εμένα, ντραπείτε τα παιδιά σας!» τους φώναξε.
Η γυναίκα του Πέτερ τα έχασε και πήγε να κρυφτεί στο κελάρι, ενώ η γυναίκα του Μποζάν τού είπε οργισμένα:
«Παλιόγερε! Μην μπλέκεσαι σε ξένες δουλειές!»
Άρπαξε τη σκάφη με τα ροκανίδια κι απομακρύνθηκε με βήμα λύκαινας που μόλις έκοψε λίγη σάρκα από κάποιο ζώο.
Ύστερα απ’ αυτό, οι δυο συννυφάδες δεν μιλούσαν η μια στην άλλη κοντά ένα μήνα. Κυκλοφορούσαν στο σπίτι συνοφρυωμένες κι έμοιαζαν με φίδια που συρίζουν. Ξεσπούσαν την κακία τους στα κεφάλια των παιδιών και κυρίως στην ήσυχη, τρυφερή, αγαθή κι ονειροπόλα Έλκα – τη σύζυγο του μικρότερου γιου, του Πάβελ. Εκείνη πλέον είχε φορτωθεί όλο το νοικοκυριό. Έκανε τις δουλειές σβέλτα, σιωπηλά, χωρίς να παραπονιέται. Δεν ήθελε το κακό κανενός. Επιθυμούσε να ξανάρθει η γαλήνη και ποθούσε να δει τις συννυφάδες της συμφιλιωμένες. Εκείνες γκρίνιαζαν, τη μάλωναν, κάθε τόσο έβριζαν το παιδί της –τον μικρούλη Ζαχαρίντσο–, όλο τής έβρισκαν λάθη και ποτέ δεν έμεναν ικανοποιημένες μαζί της.
Ο παππούς Γιορντάν ήταν συνεχώς σκεφτικός κι ανήσυχος. Απόκαμε πια με την ταβέρνα. Προσπάθησε να συνεχίσει το εμπόριο μαζί με τους γιους του, αλλά τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Ο πονηρός και τσιγκούνης Μποζάν, που είχε κλείσει πια τα τριάντα πέντε, αγαπούσε πολύ το χρήμα, κι όλο τα λεφτά λιγουρευόταν. Έγραφε μεγαλύτερα χρέη στα τεφτέρια και δεν έκανε διόλου καθαρές συναλλαγές με τους απλοϊκούς και φτωχούς χωριάτες. Ο Πέτερ, ο μεσαίος γιος του Γιορντάν, ήταν εντελώς διαφορετικός άνθρωπος. Απρόσεκτος κι ανέμελος, με καρδιά μεγάλη, πήγαινε για κυνήγι και ξεχνούσε να επιστρέψει, μεθούσε κι έδινε βερεσέ σε όλους ανεξαιρέτως. Στο μικροκαμωμένο πρόσωπό του άνθιζε πάντα ένα καθαρό κι αμέριμνο χαμόγελο, που τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό. Αφελής κι εύπιστος, μπορούσε να δώσει ακόμα και την ψυχή του για όποιον ήξερε να τον κολακέψει και να τον ξεγελάσει.
Ο παππούς Γιορντάν είδε ότι αυτή η κατάσταση δεν γινόταν να συνεχιστεί κι έκλεισε την ταβέρνα. Δεν του ήταν καθόλου εύκολο. Την κρατούσε σαράντα ολόκληρα χρόνια, είχε βγάλει χρήματα απ’ αυτή, εκεί ένιωθε σαν αφέντης, δυνατός, και χαιρόταν τον σεβασμό που έτρεφαν προς το πρόσωπό του οι συγχωριανοί του.
«Αν έμενε, εδώ, στο σπίτι ο Πάβελ» σκεφτόταν ο παππούς Γέρακας, «τα πράγματα θα ‘ταν αλλιώς. Αλλά και πάλι – ποιος το ξέρει...»
Гераците
1904
Първа глава
Най-заможният човек в селото беше дядо Йордан Геракът. Пъргав и трудолюбив, той бе работил през целия си живот и бе сполучил да удвои и утрои имотите, останали от баща му. Надарен с ум практичен и с търговски способности, той бе съумял да направи и пари и да се издигне между селяните си като пръв човек. Той имаше меко и добро сърце. И макар да беше малко скъперник, не беше строг в сметките си, помагаше на хората и се грижеше за селските работи. Затова всички го обичаха и почитаха.
Неговата голяма и бяла къща, в която живееше многолюдното му семейство, беше на лично място сред селото, виждаше се отдалече и отдалече личеше, че е чорбаджийска. Всред широкия двор, в който можеше да се смести една махала и който околовръст бе ограден като кале с бели зидове, се издигаше високо и право като стрела самотен кичест бор — единственият бор в цялата околия. Той бе донесен като малко борче от светите рилски гори и посаден тук в незапомнени времена от прадедите на Гераците. Това бе тяхното семейство знаме, с което се гордееха. Под неговата света сянка бяха отраснали няколко поколения. Под нея бяха преживели последните си дни много старци от рода им.
Дядо Йордан имаше трима синове, народени един след друг. Най-големия беше Божан, по него идеше Петър и най-малкият — Павел. И тримата бяха женени, имаха деца и всички живееха в една къща със старите — къща голяма, хубава, дето имаше място още за толкова души.
Синовете и снахите на Герака, под главния негов надзор, гледаха къщата и вършеха полската работа, подпомагани от двама млади ратаи и от стария Матей Маргалака — самотна душа в света, прибрана по милост от дядо Йордан държеше кръчмата, едно старо, ниско и дълго здание до пътя, което стоеше като глава и камък на големия зидан пръстен, който обграждаше двора.
Дядо Йордан държеше синовете си по-далеч от кръчмарската работа, на която сметките си знаеше и гледаше сам. Синовете му бяха свикнали с това и когато случайно заместваха баща си или се намираха по друга някоя работа там, те не се чувствуваха като господари, а като слуги. Затова път те бяха царе на полето, на нивите и на ливадите, особено най-големият — Божан. Полската работа бе неговата стихия. Всичките му грижи и мисли бяха там. Лицето му имаше прегорелия цвят на пшеничното зърно и душата му гледаше небето, облаците и слънцето с надеждите и тревогите на плодородната земя.
Когато почваше жътва, в къщата на Гераците, настъпваше усилена работа. Сутрин, пред зори още, по двора се чуваше бодрият глас на стария Герак, който обикаляше обора и сайванта, дето спяха ратаите, и викаше високо.
— Ставайте, момчета! Хайде на работа!
Около него радостно връткаше опашка едро, жълто куче и скачаше галено въз коленете му. Куп бели гъски, които лежаха на двора, подплашено се разбягваха и съскаха. От стрехите на плевника се вдигаха облак гълъби и отлитаха към стърнищата. Ситни врабчета се боричкаха в клоните на бора. Работници — жени, мъже, деца — се разщракваха нагоре-надолу и се отправяха на дружини към полето. Дядо Йордан ги изпращаше до портата и като гледаше изток — ясен, побелял от предвестни зори, — говореше възхитено.
— Ех, че време ли се отваря! Пак ще се къпе в човешки пот майката земя.
След това той отваряше за малко кръчмата, поливаше и помиташе сам пода, направяше си кафе и сядаше да го изпие пред вратата на чист въздух. По пътя минаваха селяни и селянки и го поздравляваха с почит. Той отговаряше на всички братски и на всички пожелаваше лек труд и добър берекет. Къде ручок той се качваше на кончето си и пак побесняваше из полето, както казваха селяните — отиваше да навиди работниците.
Единственият и главен помощник в кръчмата на Герака беше неговата жена, баба Марга. Тя бе едра, породиста жена, запазена, здрава и пъргава, с весело сърце и с търговска душа. Дядо Йордан беше главата, баба Марга — душата на кръчмата. Тя се грижеше за всичко и нареждаше нейното домакинство. Тя чистеше и миеше съдовете, редеше двете стаи, определени за нощуване на пътници, поддържаше огъня в огнището, проветряваше зимника, запарваше бъчвите и прислужваше на селяните като момче.
Цели четиридесет години — от млада булка до старица — тя се движеше в кръчмата между мъже усмихната, жизнерадостна, кога с хурка и вретено, кога с малко дете на ръце, и никога за нея не се чу лоша дума. Тя не позволяваше в кръчмата кавги и мръсни приказки и пъдеше пияниците. Всички я уважаваха и селяните не смееха да пущат пред нейно лица любичите си изобилни попръжни.
Геракът ценеше нейните способности, доверяваше и всичко, осланяше се на нейния ум и грижи и се гордееше с нея. Двамата бяха живели в обич и доверие, помагаха си и искаха да оставят на децата си добро име и добро наследство.
Баба Марга и в къщи беше пълна господарка. Тя обичаше снахите и внучетата си, но се държеше строго с всички и когато кажеше нещо, искаше да бъде изпълнено. Когато мъмреше или съдеше за нещо синовете си, те, макар и възрастни, стоеха пред нея с наведени глави и не възразяваха. Тя тичаше цял ден от кръчмата до къщи, обикаляше из двора да види всичко ли е в ред, хранеше кокошките, свинете и гъските, хокаше ги като хора и когато ги мамеше, гласът и се чуваше по цялата махала. Тя говореше високо и се смееше със звънлив глас като мома.
Но на пролет баба Марга се помина съвсем ненадейно. Заедно с нея от къщата на Гераците изчезна добрият и строгият дух, който държеше всичко в ред. Косата на дядо Йордан бързо посребря, неговата силна господарска ръка отслабна, отпусна юздите, и домашната колесница, която вървеше толоква равно и спокойно, изскочи от пътя си и затропоти по камъняка.
В къщи изпълзяха като змии, незнайно откъде, сръдни, недоразумения, крамоли и отровиха мекия домашен покой, сладко сгряван толкова дълги години от любогрейната топлина на общото огнище.
Никой не знаеше как стана това, отде се роди тая завист между снахите, това недоверие между братята, което ги караше да се подозират. Дядо Йордан се опита да ги сплаши със своята строга дума, но тя бе изгубила тежестта си. Той гълчеше силно и сърдито, но усещаше, че думите плачат в душата му, и той правеше неимоверно усилие да скрие тая слабост. Той знаеше, че доброто и злото се изплупват в човека, както пиленцата се изплупват из яйцето, но той не знаеше, защо именно злото трябваше да се излупва в душите на неговите деца. Защо И той дълго мислеше. От тая мисъл косата му бърже побеляваше и сънят му стана безпокоен.
Почти всеки ден той чуваше между снахите си остри надумки и караници, пълни с груби и непристойни думи. Поводите на тия караници бяха всякога дребни и нищожни. Веднъж едно от децата на Петровица беше опръскало с кал детето на Божаница и тя се спусна и го удари. Обидена, Петровица защити разплаканото си дете.
— Ела, мило, ела, че тая змия ще те изяде.
— Змии да раждаш! — отвърна Божаница.
Петровица беше по-мека и носеше добри чувства в душата си, но тя бе крайно честолюбива и когато избухнеше, мъчно можеше да се въздържи.
— Змии очите да ти изпият! — отговори тя.
Божаница носеше една копаня с трици. Тя зашапи колкото можа в ръката си и хвърли гневно върху лицето на Петровица. Двете жени се хванаха за косите и дворът се огласи от нечовешки викове и клетви. Дядо Йордан изскочи от кръчмата. Като видя как снахите му, разскубани и окървавени, се хвъргаха една срещу друга като гневни кокошки, неговата чорбаджийска гордост се възмути. Той отиде при тях, вдигна тежката си ръка и с всичка сила залепи и на двете по една плесница.
— Ако не от мене, от децата си се засрамете! — каза им той.
Петровица, сконфузена, се скри в зимника, но Божаница се изправи срещу него като квачка, на която са похитили пилиците, и каза троснато:
— Изветрял дъртак! Ти в чужди работи да се не месиш!
И като грабна копанята с разсипаните трици, тя се отдалечи с походката на вълчица, която е отхапала къс месо от някое живо добиче.
След тая случка двете етърви не си проговориха нито думица цял месец. Те шетаха из къщи начумерени и фучаха като змии. Тяхната злоба се изливаше върху главите на децата и най-много върху тихата, нежната, блага и мечтателна Елка — невеста на най-малкия дядов Йорданов син, Павел. Сега върху нея бе паднала цялата къщна работа. И тя работеше пъргаво, мълчаливо, безропотно. Не мислеше никому злото. Желаеше предишншя мир и сговор и искаше да види двете си етърви помирени. Те сумтяха, караха и се за нищо и никакво, хокаха детето и — мъничкия Захаринчо — и постоянно и намираха грешки, и постоянно бяха недоволни от нея.
Дядо Йордан ходеше угрижен и замислен. Нему не му се стоеше вече в кръчмата. Той се опита да продължи търговията заедно със синовете си, но не тръгна добре. Божан, който беше прехвърлил вече тридесет и пет години, обичаше премного парата, трепереше над нея, беше хитър и стислив. Той криеше от чекмеджето, надписваше в тефтерите и правеше нечестни сделки с простите и бедни селяци. Петър, средния син на дядо Йордан, беше пък съвсем друг човек. Той имаше широко и безгрижно сърце, беше голям нехайник, ден губеше се по лов, напиваше се и пущаше вересия — и комуто трябва, и комуто не трябва. По неговото мъничко лице всякога играеше една чиста, нехайна усмивка, която го правеше безкрайно обичлив. Той беше наивен, доверчив и способен да даде душата си на оня, който знаеше изкусно да го поласкае и подлъже.
Дядо Йордан видя, че така не може да върви, и скоро затвори кръчмата. Това не беше лесно за него. Кръчмата той държеше от четиридесет години, с нея бе спечелил пари, в нея се чувствуваше господар и силен, в нея се радваше на почитта и страха, който му имаха селяните.
Ако беше си дома Павел — мислеше старият Герак, — тая работа нямаше да бъде така, но кой знае…